ΕλλάδαΕπικαιρότητα

Οι θέσεις Εθνικής, Πειραιώς, Eurobank και Alpha για την Οικονομία

Στην επισήμανση ότι η υγειονομική κρίση έγινε οικονομική κρίση, με το lockdown να μην έχει ευνοήσει  τις τράπεζες, αναφέρθηκε  ο διευθύνων σύμβουλος της Πειραιώς Χρήστος Μεγάλου, στο πλαίσιο του 5ου Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών.

«Κανένας δεν περίμενε φέτος ότι θα βρεθούμε σε αυτή την κατάσταση. Μέχρι τον Φεβρουάριο ο τραπεζικός κλάδος πήγαινε πολύ καλά», είπε ο κ. Μεγάλου στη συζήτηση για την αντίδραση των τραπεζών στην εποχή του κορωνοϊού.

Παρόντες οι διευθύνοντες σύμβουλοι της Eurobank Φωκίων Καραβίας, της Εθνικής Τράπεζας Παύλος Μυλωνάς και της Alpha Bank Βασίλειος Ψάλτης, με τον συντονισμό της δημοσιογράφου Νένας Μαλλιάρα.

«Το 2022 αναμένουμε να βρεθούμε εκεί που ήμασταν το 2019», υποστήριξε ο κ. Μεγάλου, λέγοντας μεταξύ άλλων ότι «στην αρχή του έτους βρισκόμασταν στο καλύτερο σημείο ρευστότητας και κεφαλαίων. Τώρα απαιτείται καλή χρήση των χρηματοδοτικών εργαλείων (Ταμείο Επιχειρηματικότητας 2-ΤΕΠΙΧ και το Εγγυοδοτικό), έτσι ώστε να μπορούμε να βοηθήσουμε τις εταιρίες να επανεκκινήσουν τις δραστηριότητές τους, για να μπορέσουμε συνολικά ως χώρα να πετύχουμε μία βιώσιμη ανάπτυξη. Όλες οι τράπεζες κινήθηκαν πολύ γρήγορα και είμαστε σε θέση σήμερα να χρηματοδοτήσουμε την οικονομία».

Παίρνοντας  τον λόγο ο κ. Καραβίας, έδωσε έμφαση στο ότι  η Eurobank ενέκρινε από φέτος τα κεφάλαια κίνησης για το 2021, έτσι ώστε οι πελάτες της τράπεζας να έχουν από τώρα εξασφαλισμένη ρευστότητα. “Δεν πιστεύω ότι το 2020 είναι μία χαμένη χρονιά. Πρέπει από αυτή την κρίση να κεφαλαιοποιήσουμε καλύτερα το «brand name» της χώρας μας, κυρίως για να κερδίσουμε μεγαλύτερο μερίδιο στην πίτα του τουριστικού κλάδου. Αλλωστε ως τράπεζα χρηματοδοτούμε ήδη πολλές επιχειρήσεις του κλάδου. Νομίζω ότι ο ελληνικός τουρισμός είναι και θα παραμείνει η βαριά βιομηχανία της χώρας.  Κατά την περίοδο του lockdown στόχος της τράπεζας ήταν η υποστήριξη των πελατών και κυρίως των ενήμερων και βιώσιμων επιχειρήσεων του πελατολογίου μας. Αναστείλαμε τα χρεολύσια μέχρι το τέλος του έτους για όλες τις επιχειρήσεις και για τις επιχειρήσεις στον κλάδο του τουρισμού μέχρι το τέλος του επόμενου έτους. Υποστηρίξαμε τις ενήμερες επιχειρήσεις διότι πιστεύουμε ότι μία δεύτερη γενιά κόκκινων δανείων θα ήταν καταστροφική για την οικονομία και τον τραπεζικό κλάδο”, ανέφερε χαρακτηριστικά.

Από την πλευρά του, ο διευθύνων σύμβουλος της Alpha Bank κ. Ψάλτης, πιστεύει ότι η πανδημία θα αποδειχθεί μία ευκαιρία για την χώρα από το 2021 και μετά, κάνοντας σαφές πως ο ρόλος των τραπεζών τώρα είναι να διαχειριστούν έξυπνα τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, και να ενισχύσουν τον υγιή και επενδυτικό ανταγωνισμό.

Ο ίδιος στάθηκε ιδιαιτέρως στο ότι η  σωστή διαχείριση κονδυλίων και η απορροφητικότητα είναι απαραίτητη, διαμηνύοντας πως  οι τράπεζες πρέπει να χρηματοδοτήσουν έργα «κίνησης», όπως στον κλάδο του τουρισμού, της ενέργειας, των τροφίμων και γενικά με την ενίσχυση του «brand name» της χώρας.

Συνεχίζοντας, ανέδειξε και την αξία ενίσχυσης του real estate, αλλά και της αστικής ανάπλασης, ειδικά στην Αθήνα, λέγοντας ότι «όλες οιεφοδιαστικές αλυσίδες θα επαναπροσδιοριστούν. Οι ελληνικές επιχειρήσεις πρέπει τώρα να στοχεύσουν ώστε να ενταχθούν πιο ενεργά σε αυτές.  Η Ελλάδα πρέπει να διεκδικήσει να γίνει ακόμη και ένα μεταδιακομιστικό κέντρο».

Ολοκληρώνοντας, τόνισε την αξία των νέων τεχνολογιών και της προσαρμογής των τραπεζών, αλλά και των επιχειρήσεων γενικότερα, στην εποχή του ψηφιακού μετασχηματισμού.

Από την πλευρά της Εθνικής Τράπεζας, ο κ. Μυλωνάς, απαντώντας στο ποια  θα είναι η επίδραση της πανδημίας στον επιχειρηματικό τομέα και στις ανάγκες χρηματοδότησης των εταιριών, έκανε λόγο για το βασικό σενάριο  που προβλέπει -7.5%, «παρ’ ότι βλέπουμε απτά σημάδια βελτίωσης του κλίματος, με μεγαλύτερη από την αναμενόμενη αρχικά οικονομική δραστηριότητα. Το σενάριο αυτό είναι συμβατό με μία πτώση των εταιρικών πωλήσεων (τζίρος) κατά -20% για όλο το 2020», προσθέτοντας πως η πτώση αυτή θα αντισταθμιστεί από τις επιχειρήσεις με μείωση κόστους.

Πιο συγκεκριμένα, τα  μεταβλητού κόστους: 18% ή 27δις, με σταθερό κόστος, όπως για παράδειγμα τα ενοίκια. Οσον αφορά στο εργατικό κόστος, πτώση αλλά με σημαντική στήριξη από κρατικά προγράμματα ύψους 5.3 δις ευρώ (για εργασία) το οποίο θα αντισταθμίσει σχεδόν πλήρως τη μείωση των αποδοχών. Παράλληλα, είναι αναγκαία η διευκόλυνση στις τραπεζικές υποχρεώσεις, με  αναστολή φόρων 1 δις ευρώ, ενώ μετά από όλες αυτές τις ενέργειες μένουν ανάγκες για κεφάλαιο κίνησης ύψους περίπου 10 δις ευρώ.

Κατόπιν, ο διευθύνων σύμβουλος της  Εθνικής είπε ότι τα προγράμματα ΤΕΠΙΧ και Εγγυοδοτικό θα βοηθήσουν τις τράπεζες να χρηματοδοτήσουν επιχειρήσεις με ευνοϊκότερους όρους, λέγοντας ότι «η νέα πρόκληση είναι η προσαρμογή σε ένα νέο λειτουργικό μοντέλο. Η ψηφιοποίηση επιταχύνεται, οι απλές συναλλαγές γίνονται και θα γίνονται σε λίγο μόνο ηλεκτρονικά. Μόνο σε σύνθετες συναλλαγές θα απαιτείται φυσική παρουσία. Στην περίοδο της κρίσης δοκιμάσαμε με επιτυχία πιο ευέλικτες μορφές εργασίας. Οι υπηρεσίες “back office” γίνονται ήδη εν μέρει με ρομπότ».

Για να καταλήξει: «Οποιος κάνει τις αλλαγές αυτές γρήγορα, θα είναι και ο νικητής. Οι άλλοι θα υποστούν τις συνέπειες, χάνοντας μερίδιο αγοράς ή και θα έρθουν αντιμέτωπες με συγχωνεύσεις».

Προτεινόμενα

Περισσότερα σε:Ελλάδα