
Τα σούπερ μάρκετ είναι ένας τομέας της παγκόσμιας οικονομίας που γνώρισε τεράστια άνθιση σε αυτό το 12μηνο του κορωνοϊού και της πανδημίας.
Αποτέλεσε επομένως μια μεγάλη ευκαιρία για δυνατά brands, ώστε να επεκταθούν και να μεγεθύνουν τον τζίρο τους.
Η Svetofor είναι ένας κραταιός παίχτης στη ρωσική αγορά με 1.200 καταστήματα, αλλά και με διεθνή δράση, καθώς τα τελευταία 10 χρόνια έχει επεκταθεί σε όλο το πρώην ανατολικό μπλοκ και στις μεγάλες ευρωπαϊκές αγορές, όπως της Γαλλίας και της Πορτογαλίας, αλλά και στις ΗΠΑ.
Σε αυτές τις χώρες βέβαια δραστηριοποιείται με το πιο εξευρωπαϊσμένο και προσιτό όνομα της, το Mere.
Εχοντας τη στάμπα του discount market και με φιλοσοφία πολύ κοντά σε αυτή των Lidl, η Mere είχε ανακοινώσει από το καλοκαίρι τα σχέδιά της για επέκταση στην ελληνική αγορά και πολύ σύντομα θα δούμε τα πρώτα της καταστήματα σε δύο όχι τόσο μεγάλες πόλεις, ωστόσο ικανές να προσφέρουν σημαντικό δείγμα για περαιτέρω επέκταση.
Λάρισα και Τρίπολη αποτελούν το beta test της Mere, που θέλει από αυτές τις δύο πόλεις να δημιουργήσει πρωτίστως ισχυρές συνεργασίες σε προϊόντα που αυξήθηκε η ζήτησή τους στη διάρκεια της πανδημίας, όπως λαχανικά και φρούτα.
Ενας από τους βασικότερους λόγους, αν όχι ο πιο βασικός, αφορά στο ότι η Mere έχει μια πολιτική που της επιτρέπει να ρίχνει το κόστος των προϊόντων, πολύ χαμηλότερα σε σχέση με τον ανταγωνισμό.
Αυτό συμβαίνει γιατί η Mere ζητάει μικτό περιθώριο κέρδους στο 17% της τιμής του προϊόντος, ενώ οι υπόλοιποι παίχτες στην αγορά ζητούν 35-40%. Συνεπώς, εάν ένα προϊόν κοστίζει 1 ευρώ, στα ράφια της Mere θα το βρει κανείς 1.17, ενώ αλλού 1.35 και πάνω.
Αντιλαμβάνεται κάποιος ότι δεδομένων των προϊόντων που θα διαθέτει, όσο πιο ακριβό το κάθε προϊόν, τόσο πιο φθηνό θα είναι στο κατάστημα της Mere σε σχέση με αλλού.
Αλλωστε, η Mere λειτουργεί με τρόπο που θυμίζει CostCo, με σαφώς μικρότερη ποικιλία προϊόντων, με κύρια στόχευση στα τρόφιμα που θα αποτελούν το 70%, ενώ το υπόλοιπο 30% θα είναι καθαριστικά, προϊόντα περιποίησης, οικιακές συσκευές και είδη ρουχισμού.
Η συνολική στρατηγική της έχει παρουσιαστεί και κατατεθεί με συγκεκριμένες προτάσεις σε αρκετούς παραγωγούς και εταιρείες που φέρουν στο χαρτοφυλάκιο τους μια σειρά από μεγάλα brands που βρίσκουμε στα σούπερ μάρκετ και σύμφωνα με το Capital, είναι αρκετά δελεαστικές.
Μόνο και μόνο το ποσοστό κέρδους που ζητάει η Mere ,κάνει αυτομάτως τα προϊόντα τους πιο ευπώλητα.
Φυσικά δεν είναι απλό να αποδεχθούν δίχως σκέψη την πρόταση, μιας και πρέπει να εξασφαλιστεί ότι δεν θα χαλάσουν τις σχέσεις τους με τις υπόλοιπες αλυσίδες.
Γι΄αυτό λέγεται ότι πολλοί επεξεργάζονται το πλάνο να διαθέτουν στα Mere προϊόντα που δεν αποτελούν το επίκεντρο των εργασιακών δραστηριοτήτων τους και να πάνε σε μια λογική «βλέποντας και κάνοντας».
Αρκετοί πάντως επισημαίνουν ότι αλυσίδες με τέτοια φιλοσοφία δεν ευδοκίμησαν για πολύ στο παρελθόν στην Ελλάδα, με πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις αυτές των γερμανικών Aldi και των ισπανικών Dia.
Είναι πάντως μια εντελώς άλλη εποχή, με πολλά περισσότερα εργαλεία για να ελαχιστοποιηθεί το ρίσκο, τα σούπερ μάρκετ είναι παγκόσμια στις κορυφαίες θέσεις της οικονομίας κι όχι μόνο σε επίπεδο retail, και ακόμα και εάν τα Mere δεν μακροημερεύσουν, αρκεί ένα μικρό χρονικό διάστημα κυριαρχίας τους για να αλλάξει συνολικά η αγορά και να δούμε αναπροσαρμογές από τον ανταγωνισμό…
Πηγή: menshouse.gr











