FeaturedΕπικαιρότηταΠολιτική

Στον κυκλώνα της ύφεσης η ελληνική οικονομία – Οι προκλήσεις του 2023

Για πρώτη φορά από το 2010, η Ελλάδα πορεύεται χωρίς ενισχυμένη εποπτεία, μακριά από τη μνημονιακή αύρα.

Ομως ακόμα δεν έχει ξεφύγει από το στίγμα της κρίσης του 2009 καθότι δεν έχει αποκτήσει τη σφραγίδα των αγορών, δηλαδή την επενδυτική βαθμίδα.

Αυτό μετατρέπει τον δανεισμό της Ελλάδας πιο «ευαίσθητο» σε αρνητικές μεταβολές του διεθνούς κλίματος και σε εγχώριες μεταβλητές, όπως είναι οι εκλογές και οι δημοσιονομικές αποκλίσεις.

Οι προκλήσεις

Η ελληνική οικονομία μπαίνει με το δεξί σε ένα ακόμα αβέβαιο έτος για τον πλανήτη. Κληρονομιά έχει ταμειακή ρευστότητα 30 δισ. ευρώ, έλλειμμα 1,6-1,7% και ανάπτυξη της τάξεως του 6%. Πέρα από τους οικονομικούς στόχους, η ελληνική οικονομία δίνει, επίσης, ραντεβού με μεγάλες προκλήσεις και κινδυνους. Ανάμεσα στα στοιχήματα-εν μέσω υψηλού πληθωρισμού, αυξήσεων επιτοκίων από την ΕΚΤ, ευρωπαϊκής ύφεσης- είναι το δίλημμα μεταξύ μακροοικονομικής σταθεροποίησης και δημοσιονομικής βιωσιμότητας.

Η αντιμετώπιση του πληθωρισμού, η λήψη μόνο στοχευμένων μέτρων στήριξης και η μείωση του δημόσιου και ιδιωτικού χρέους είναι μερικά από όσα έχει να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση. Τα καμπανάκια αφορούν το ενδεχόμενο επιμονής της ακρίβειας, μίας μεγάλης μείωσης του ΑΕΠ, της καθυστέρησης του σχηματισμού κυβέρνησης μετά τις εκλογές, στην εμφάνιση μιας νέας γενιάς μη εξυπηρετούμενων δανείων – οφειλών και οι γεωπολιτικές εξελίξεις.

Η κυβέρνηση προσδοκά ότι το 2023 θα είναι καλύτερο ως προς τη μείωση των τιμών. Ο προϋπολογισμός ενσωματώνει την παραδοχή ότι οι τιμές του πετρελαίου θα ειναι στα επίπεδα των 85 δολάρια το βαρέλι και το φυσικό αέριο θα έχει μέση τιμή στα 120 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Στην παρούσα φάση, η τιμή για τα συμβόλαια παράδοσης τον Ιανουάριο μειώθηκε στα 76 ευρώ ανά μεγαβατώρα.

Δύο κρίσιμοι σταθμοί

Ο Ιανουάριος φέρνει καταρχάς δύο κρίσιμους σταθμούς. Τον πρώτο μήνα του έτους ξεκινά ο πρώτος γύρος αξιολογήσεων. Εκεί θα φανούν οι προθέσεις των επενδυτών ενόψει και τον εκλογών της άνοιξης. Αναλόγως των μηνυμάτων θα κριθεί, στη συνέχεια, από τον Οργανισμό Δημοσίου Χρέους αν θα επιχειρήσει την πρώτη έξοδο του στις αγορές. Ο στόχος είναι το δημόσιο να αντλήσει για το 2023 περί τα 7 δισ. ευρώ.

Τον ίδιο μήνα, το οικονομικό επιτελείο δίνει ραντεβού με την ΕΛΣΤΑΤ για το πρωτογενές αποτέλεσμα του 3ου τριμήνου για το 2022. Ο πιο κρίσιμος μήνας του 2023 για τα δημοσιονομικά του 2022 (και άρα για τον χώρο που θα φέρει νέες κρατικές παρεμβάσεις ελαφρύνσεων) είναι ο ερχόμενος Φεβρουάριος.

Από τα μέσα Φεβρουαρίου και ειδικά τον Μάρτιο, το οικονομικό επιτελείο θα έχει κάνει «ταμείο» για τα έσοδα, ούτως ώστε να καταγράψει με ασφάλεια την στρατηγική του 2023. Τον Μάρτιο επίσης η ΕΛΣΤΑΤ θα ανακοινώσει τα αποτελέσματα για την ανάπτυξη του 2022. Αυτό σημαίνει ότι η κυβέρνηση θα έχει επίσημα στοιχεία για το αν τελικά ο ρυθμός ανάπτυξης θα ξεπεράσει τις τωρινές προβλέψεις για 5,2%. Το έξτρα ποσό θα διοχετευθεί σε νέες παρεμβάσεις και δημιουργεί γενικά ένα θετικό μομέντουμ.

Οίκοι

Ποδαρικό τον Ιανουάριο κάνει ο οίκος Fitch, ο οποίος βαθμολογεί τη χώρα με ΒΒ, με δύο βαθμίδες κάτω από την επενδυτική. Δεν αναμένεται ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας πριν τις εκλογές της άνοιξης. Πιο σημαντικές είναι οι επόμενες προγραμματισμένες αξιολογήσεις μετά τη διεξαγωγή των εκλογών. Από τον Fitch είναι προγραμματισμένες για τις 8 Ιουλίου και 7 Οκτωβρίου.

Τον Μάρτιο αναμένεται ο οίκος DBRS (10 Μαρτίου) και ο οίκος Moody’s (17 Μαρτίου). Ενδέχεται ο Moody’s να μειώσει την απόσταση από τους άλλους οίκους αξιολόγησης (κρατά την Ελλάδα τρεις θέσεις κάτω από την επενδυτική σε Ba3). Οι δεύτερες αξιολογήσεις τοποθετούνται χρονικά από Σεπτέμβριο. Το 2022, η Standard & Poor’s αναβάθμισε σε ΒΒ+, ο καναδικός οίκος DBRS σε ΒB high και ο γερμανικός οίκος SCOPE στην βαθμίδα ΒΒ+.

Πηγή: Οικονομικός Ταχυδρόμος

Προτεινόμενα

Περισσότερα σε:Featured