Αρθρογραφία

Ομορφος κόσμος, αθλιος…

Γράφει ο Χρήστος Αγγέλης

Ημουν έφηβος, όταν ήλθε στα χέρια μου ένα περιοδικό περισσότερο χριστιανικό, παρά νεανικό, με τίτλο: «Ομορφος κόσμος αγγελικά πλασμένος».

Αυτόν τον κόσμο η μεταπολεμική πολιτεία λανσάριζε στους νέους της Ελλάδας. Ηταν ουτοπία; Απιαστο όνειρο; Ελπίδα χωρίς αντίκρισμα; Στόχος και ό,τι προκύψει;…

Μπορεί να ήταν όλα αυτά και κάτι περισσότερο.

Η αλήθεια είναι πως συντηρούσε την ελπίδα, για ένα καλύτερο αύριο.

Η ελπίδα που χόρταινε τους πολλούς, όπως πολύ παραστατικά οι αρχαίοι πρόγονοί μας έλεγαν: «Ελπίς γαρ η βοσκούσα τους πολλούς βροτών».

Είχε κάτι περισσότερο να προσφέρει από τον σημερινό κόσμο, τον όμορφο μεν, σάπιο δε και «καναλικά» στημένο.

Εκείνος ο κόσμος είχε στόχους, είχε όνειρα και πάνω απ’ όλα είχε Ελπίδα για το αύριο.
Μια ελπίδα για το σήμερα και έναν στόχο για ένα καλύτερο αύριο.
Ο νέος του τότε, έβλεπε ένα άστρο να λάμπει, πολύ μακρινό, αλλά πολύ φωτεινό.

Ηταν το άστρο της ελπίδας για σπουδές και της ξενιτιάς σαν ένας και μοναδικός τρόπος να νικήσει ο νέος της δεκαετίας του 60 το νταβατζηλίκι του ντόπιου κατεστημένου και να ξεφύγει από το ξεροκόμματο της αγροτιάς και της ανέχειας σε μια άλλη, καλύτερη ζωή.

Η ελπίδα αυτή τρέφονταν μέσα από την πείνα, την ορφάνια, τον μεταπολεμικό κατατρεγμό του χωριού. Από το γιαουρτάκι του οικοτροφείου, κοντά σε έναν αισιόδοξο και ενθουσιώδη παπά…

Τον παπά που μάζευε τα ορφανά και νηστικά παιδιά του μετά πολέμου και τα έκανε ανθρώπους.
Τα σπούδαζε στο γυμνάσιο και στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, κάνοντας το όνειρό τους πραγματικότητα..
Ηταν για τους νέους ένας γλυκός τύραννος.

Αυστηρός σαν πατέρας και αληθινός ως άνθρωπος.
Σκόρπιζε ελπίδα και χαροποιούσε τις παιδικές ψυχές, ανοίγοντας δρόμους για το αύριο.
Η ελπίδα δεν ήταν να γίνουν κι εκείνα ό,τι ήταν ο ίδιος, αλλά ό,τι αρέσει στην ψυχή τους
Αυτό που έλεγε, το έκανε και πράξη!

Θυμάμαι τα όμορφα εκείνα χρόνια, που σίγουρα δεν ήταν αγγελικά πλασμένα, γιατί στο οικοτροφείο εκείνη την εποχή ζούσαμε κάτι περισσότερο από φτωχικά. Λίγες φορές χορταίναμε το ψωμί , όμως περίσσευε η ελπίδα, έλαμπε η αγάπη για τον άνθρωπο και έβραζε μέσα μας η ζωντάνια για πρόοδο και για αλλαγή ζωής.

Τότε που το αμερικάνικο δόγμα ήταν και πάλι της αγοράς, αλλά στόχευε διαφορετικά: Στόχευε στην αύξηση της ποσότητας, τη βελτίωση της ποιότητας και τη μείωση του κόστους…

Λίγο αργότερα, αυτά τα δόγματα άλλαξαν. Εγιναν στόχοι των τραστ και μεταφράζονταν στο δόγμα «Διαφθορά της νεολαίας»…

Ο ελληνικός λαός πέρασε πάρα πολλά. Πέρασε δικτατορίες, φασιστικά καθεστώτα, ώσπου να φτάσουμε στην εποχή της κίτρινης ανάπτυξης των Ολυμπιακών αγώνων και της Μερκελοκρατούμενης Τροϊκανής κατ’ επίφασιν δημοκρατίας των καναλιών και των golden boys.

Φτάσαμε στη σημερινή κοινωνία, που τα έχει όλα και της λείπουν τα πάντα από αυτά που πρέπει να έχει ο άνθρωπος .

Ενώ του χρειάζεται ανθρωπιά, τιμιότητα, αξιοπρέπεια , χαρά, ελπίδα και αισιοδοξία, του λείπουν υγεία, παιδεία και κοινωνική δικαιοσύνη και όλα τα αγαθά. Του περισσεύει η ατιμία, η διαπλοκή, η φτώχια του λαού, τον μαστίζει η ανέχεια του κοσμάκη. Δεν έχει όρια η διαφθορά, σήμερα δεν υπάρχει φως στο τούνελ…

Ο όμορφος κόσμος, ο καναλικά στημένος, δεν έχει να προσφέρει ούτε ελπίδα, ούτε μέλλον, ούτε γυρισμό.
Το μόνο που μπορεί να προσφέρει είναι η αναπαραγωγή του ψέματος που εκπορεύεται από τα χείλη των κυβερνώντων και το αναπαράγουν κάποια κανάλια, δυστυχώς τα περισσότερα.

Είναι η συσκευασμένη πολιτική μπόχα των καναλιών, που βγαίνει για πολίτες τέταρτης και κάτω κατηγορίας και την εκπέμπουν όλο το εικοσιτετράωρο, χωρίς σταματημό.

Κίναιδοι και Αδωνίδες, Καψηδο-βολεμένοι-ες, παρατρεχάμενοι-ες, γαβγίζουν από το πρωί έως το άλλο πρωί, γιατί το αφεντικό βαθμολογεί τη μπόχα τους και πληρώνει τοις μετρητοίς…

Οι κοινωνίες ζούσαν με ελπίδες και τρέφονταν με όνειρα που φιλτράρονταν μέσα από αρχές και αξίες, μέσα από δίκαιες και τίμιες λύσεις, από μορφωμένους αληθινούς ανθρώπους, με πίστη στο «θέλω» και στο «πρέπει», ανθρώπους που προέρχονταν από το λαό και είχαν προορισμό το λαό.

Οποιος ξεχνάει το ξεκίνημά του δεν βρίσκει τον γυρισμό.

Αναρωτιέται κανείς σήμερα: Αλήθεια, γιατί δεν υπάρχει ένας ποιητής να διακωμωδήσει όσα συμβαίνουν; Γιατί όχι ένας Τυρταίος να ανατρέψει το αδελφάτο και τις μαριονέτες των καναλιών;

Υπάρχει όμως Θεός.

Αραγε, ξεχνάει και Αυτός τον άνθρωπο που με τόση σπουδή έπλασε;

Πιστεύω πως όχι, δεν τον ξέχασε.

Απλά όταν εκείνος επικαλείται τη βοήθειά Του, Αυτός του θυμίζει, πως: «Για να σωθείς πρέπει να κουνήσεις και τα χέρια σου».

Η προσευχή, η κατάρα και ο φόβος, δεν αρκούν…

Ηρθε η στιγμή να το κάνεις και θα το κάνεις. Ετσι κι αλλιώς, είσαι χαμένος..

Ο θάνατος είναι αναπόφευκτος. Κυριακή πρωί ή Δευτέρα χαράματα, τίποτε δεν αλλάζει.

Είναι ένας αργός θάνατος…

 

 

Προτεινόμενα

Περισσότερα σε:Αρθρογραφία