Αρθρογραφία

Οι θετικές επιδράσεις της μετανάστευσης στην ελληνική οικονομία

Γράφει ο Στέλιος Γαλάτουλας

Photo by Kyle Glenn on Unsplash

Πολύ συχνά στο δημόσιο διάλογο εκτίθενται οι αρνητικές συνέπειες για την οικονομία που απορρέουν από την έλευση μεταναστών στην Ελλάδα.

Ακόμα συχνότερα, η έκθεση αυτή, εμφορούμενη από λαϊκιστικές πολιτικές σκοπιμότητες, αποσκοπεί στην παραπλάνηση των μαζών και τη δημιουργία ομάδων «αποδιοπομπαίων τράγων» που στοχοποιούνται και παρουσιάζονται ως υπεύθυνοι για τα δεινά που προκύπτουν ως αποτέλεσμα της άσκησης πολιτικής, ιδίως σε περιόδους κρίσεων.

Ο Στέλιος Γαλάτουλας παρουσιάζει μία όψη του μεταναστευτικού φαινομένου που τυγχάνει σπανιότερης έκθεσης στο δημόσιο διάλογο: τις θετικές επιπτώσεις του στην ελληνική οικονομία.

 

Οι θετικές επιδράσεις της μετανάστευσης στην ελληνική οικονομία

H πτώση του κομμουνισμού δημιούργησε μια νέα πραγματικότητα για τις μετακινήσεις ατόμων ανάμεσα σε «Δύση» και «Ανατολή».

Τα «τείχη» έπεσαν και ένα κύμα οικονομικών μεταναστών από τις πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες της Ανατολικής Ευρώπης άρχισε να εισέρχεται στην Δυτική Ευρώπη και να μετατρέπεται σε πρώτο θέμα συζήτησης στην πολιτική και κοινωνική ζωή των χωρών υποδοχής.

Συζητήσεις επί συζητήσεων γίνονταν σε όλη την Ευρώπη για τη διαχείριση του φαινομένου και την επίδραση του στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, οι οποίες έδειχναν προβληματισμένες για την αθρόα αυτή προσέλευση μεταναστών στις χώρες της Ε.Ε. και τη μαζική απασχόλησή τους σε χαμηλής αμοιβής επαγγέλματα, κυρίως χειρωνακτικής φύσης.

Οι φωνές τόσο στη ΕΕ όσο και την Ελλάδα σχετικά με την αρνητική επίδραση της μετανάστευσης στις εθνικές οικονομίες αλλά και τα εισοδήματα των γηγενών σταδιακά κλιμακώθηκαν με αποτέλεσμα την αύξηση της ακροδεξιάς ρητορικής και πολιτικής εκπροσώπησης, ιδίως τα χρόνια της κρίσης.

Εν αντιθέσει με την επιχειρηματολογία αυτή, στόχος του άρθρου είναι η παρουσίαση μιας πλευράς του μεταναστευτικού φαινομένου που αποκρύπτεται -συνήθως σκόπιμα- από το δημόσιο διάλογο: τις θετικές επιδράσεις της μετανάστευσης στην ελληνική οικονομία;

Σύμφωνα με τα στοιχεία της απογραφής του 2001, η Ελλάδα κατά τη δεκαετία του 1990 ήταν η χώρα της ΕΕ που δέχτηκε του περισσότερους μετανάστες αναλογικά του πληθυσμού της: υπολογίζεται ότι γύρω στο 15% του εργατικού δυναμικού της χώρας ήταν μετανάστες.

Επιπλέον, στοιχεία της τελευταίας απογραφής (2011), φανερώνουν ότι η πλειοψηφία των μεταναστών στη χώρα κατά την τελευταία δεκαετία προερχόταν από την Αλβανία (52,7%). Αν στο ποσοστό αυτό προστεθούν τα αντίστοιχα ποσοστά των Βουλγάρων και Ρουμάνων, αντιλαμβανόμαστε ότι τα 2/3 των συνολικών μεταναστών στη χώρα προέρχονται από κοντινά Βαλκανικά κράτη.

Βάσει της ίδιας πηγής, πρώτος λόγος μετανάστευσης προς τη χώρα μας είναι η εύρεση εργασίας (43,1%) και δεύτερος η οικογενειακή επανένωση (18%). Οι μετανάστες καταλαμβάνουν θέσεις εργασίας χαμηλής αμοιβής, που δε δέχονταν οι Έλληνες, και πριν αλλά και μετά την κρίση του 2008.

Τα γραφήματα παρουσιάζουν την κατανομή των μεταναστών στην αγορά εργασίας ανά έτος, σύμφωνα με την Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία.

Το πρώτο αναφέρεται στους άντρες και το δεύτερο στις γυναίκες. Παρατηρείται ότι ένα σημαντικό ποσοστό και των δυο φύλων εργάζεται για τον αγροτικό τομέα και αντικατοπτρίζονται οι μετατοπίσεις εργαζομένων εξαιτίας της κρίσης.

Τα έτη του κατασκευαστικού πυρετού μέχρι την αρχή της κρίσης, το 50% των ανδρών μεταναστών απασχολείται στις κατασκευές ενώ με την κρίση το ποσοστό μειώνεται στο 1/3.

Οπως καθίσταται σαφές, η συμμετοχή των μεταναστών σε ορισμένους κλάδους υπήρξε απαραίτητη για την ανάπτυξη και την επιβίωση των συγκεκριμένων κλάδων, όπως του αγροτικού τομέα, τόσο πριν όσο –κυρίως- μετά το 2008.

Ακόμα, η ευελιξία στην κινητικότητα των μεταναστών και η προθυμία τους να εργαστούν μειώνοντας τις απαιτήσεις τους υπό αντίξοες συνθήκες, συμβάλλουν στην αύξηση του παραγόμενου προϊόντος.

Eρευνες υπολογίζουν ότι η συμμετοχή των μεταναστών στο ΑΕΠ της Ελλάδος ανέρχεται περίπου στο 3% του συνολικού.

ΓΑΛΑΤΟΥΛΑΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ
Μεταπτυχιακός φοιτητής «Διεθνούς και Ευρωπαϊκής Διακυβέρνησης και Πολιτικής», ΕΚΠΑ
Απόφοιτος Νομικής, Université Sorbonne Paris Nord

Σημαντική θα πρέπει να θεωρείται και η επίδραση των μεταναστών στο ασφαλιστικό σύστημα, το οποίο επηρεάζουν άμεσα, καθώς με τις ασφαλιστικές τους εισφορές προσφέρουν έσοδα στα ταμεία τα οποία, ιδίως μετά την κρίση, έχουν υποστεί μεγάλες ζημίες, αλλά και έμμεσα μέσω της βελτίωσης των δημογραφικών δεδομένων του πληθυσμού και του εργατικού δυναμικού.

Πιο συγκεκριμένα, η χώρα μας σύμφωνα με τα δεδομένα των τελευταίων απογραφών φαίνεται να αντιμετωπίζει το πρόβλημα της γήρανσης και μείωσης του πληθυσμού της, γεγονός με σημαντικές επιπτώσεις στο εργατικό δυναμικό, το οποίο βαίνει συνεχώς μειούμενο.

Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει αρνητικά τις εισφορές στα ασφαλιστικά ταμεία και οδηγεί σε αδιέξοδο το ασφαλιστικό και το συνταξιοδοτικό σύστημα που βασίζεται στην ιδέα της ανταπόδοσης ανάμεσα στις γενεές, μειώνοντας το λόγο ανάμεσα σε απασχολούμενους και συνταξιούχους: η σχετική αναλογία σήμερα υπολογίζεται στο 1,4 ενώ επιθυμητή τιμή για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας του συνταξιοδοτικού συστήματος είναι το 3.

Ως μέλη της κοινωνίας υποδοχής τους, οι μετανάστες αναπτύσσουν ένα σύνολο οικονομικών και κοινωνικών δράσεων.

Οι περισσότεροι απασχολούνται στην παραοικονομία και δεν φορολογούνται άμεσα, ωστόσο συμμετέχουν στην καταβολή έμμεσων φόρων (π.χ. ΦΠΑ) καταναλώνοντας προϊόντα και δημόσια αγαθά.

Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι οι μετανάστες «μας παίρνουν τις δουλειές», αυτός έχει περιορισμένη δόση αλήθειας. Όπως ήδη αναφέρθηκε, οι μετανάστες τείνουν να καταλαμβάνουν θέσεις ανειδίκευτης και χαμηλού κύρους εργασίας.

Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι και πάλι ο αγροτικός τομέας.

Μέσα στη κρίση αγγελίες εργασιών μόνο για Eλληνες στον κλάδο της αγροτικής παραγωγής έμειναν αναπάντητες, με τις θέσεις να καταλαμβάνονται τελικώς από Ρουμάνους.

Οι κακές συνθήκες διαβίωσης, καθιστούν τους μετανάστες πρόθυμους να εργαστούν με χαμηλότερα εισοδήματα από ότι το γηγενές ανειδίκευτο εργατικό δυναμικό, γεγονός που συχνά οδηγεί σε κατάληψη θέσεων εργασίας χαμηλής ειδίκευσης, που κανονικά θα καταλάμβαναν γηγενείς.

Αυτό το φαινόμενο ορίζεται ως «κοινωνικό dumping», δηλαδή μία οιονεί νόθευση του ανταγωνισμού στην αγορά εργασίας, λόγω των εξαιρετικά χαμηλών εργασιακών απαιτήσεων των μεταναστών.

Η πρόσφατη πανδημία και το κλείσιμο των συνόρων Ελλάδος – Αλβανίας, απειλεί την αγροτική παραγωγή, η οποία έχει ανάγκη τουλάχιστον από 20.000 Αλβανούς εργάτες.

Σε αντίθεση με το ανειδίκευτο εργατικό δυναμικό, η είσοδος των μεταναστών στην αγορά εργασίας έχει θετικά αποτελέσματα για τους έχοντες κεφάλαιο που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα καθώς συμβάλλει στην αύξηση του παραγόμενου προϊόντος με χαμηλό κόστος παραγωγής.

Ωστόσο, σημαντικό είναι το γεγονός ότι όπως παρατηρείται από πλήθος μελετών, οι σχέσεις εργασίας μεταξύ γηγενούς εργατικού δυναμικού και μεταναστών χαρακτηρίζονται από συμπληρωματικότητα.

Αυτό σημαίνει ότι ουσιαστικά οι δύο «ομάδες» δεν ανταγωνίζονται κατ’ αρχήν για τις ίδιες θέσεις εργασίας αλλά, αντίθετα, οι μετανάστες καταλαμβάνουν θέσεις που εξ’ αρχής δεν είχαν ζήτηση από Έλληνες.

Κατά τα χρόνια της κρίσης το φαινόμενο αυτό δεν άλλαξε σημαντικά. Αντίθετα οι δύο αυτές διαφορετικές «αγορές εργασίας» συνέχισαν να υφίστανται με μετακύλυση των εισοδημάτων προς τα κάτω. Χαρακτηριστική είναι η εκτίμηση μελετητών ότι ακόμα και στο υποθετικό σενάριο άμεσης απομάκρυνσης όλων των μεταναστών από την Ελλάδα, μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό των θέσεων εργασίας τους θα καλυφθεί από γηγενείς.

Ως εκ τούτου γίνεται φανερός ο σημαντικός ρόλος των μεταναστών στην παραγωγική διαδικασία και την οικονομία της χώρας μας.

Η απασχόλησή τους δρα αναδιανεμητικά και έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας στις τοπικές κοινωνίες, πολλές από τις οποίες καταλαμβάνονται από Έλληνες.

Φυσικά η μετανάστευση έχει και αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομία της χώρας. Για παράδειγμα η απασχόληση φτηνού εργατικού δυναμικού χρησιμοποιείται αρκετές φορές ως «άλλοθι» για την καθυστέρηση του εκσυγχρονισμού της παραγωγής.

Ακόμα η μετανάστευση μπορεί να συμβάλει στη διαιώνιση και διόγκωση του φαινομένου της παραοικονομίας και να επηρεάσει αρνητικά τα έσοδα από τον τουρισμό μιας περιοχής, ιδίως όταν αυτή πραγματοποιείται υπό τις συνθήκες της περιόδου 2015-2019.

Χαρακτηριστικά, το 2015 παρατηρήθηκε ραγδαία μείωση των κρατήσεων, επισκέψεων και τιμών στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου (Λέσβος, Χίος, Σάμος, Κως) σε σχέση με το 2014.

Σε αυτό πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η προσφυγική κρίση που προκλήθηκε από τον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας σε συνδυασμό με τις αυξημένες μεταναστευτικές ροές δημιούργησε ένα τεράστιο ζήτημα διαχείρισης που κατέληξε σε μια ανθρωπιστική κρίση, που υπονόμευσε όντως τόσο την ποιότητα ζωής γηγενών, προσφύγων και μεταναστών, όσο και την οικονομία αυτών των νησιών.

Εν κατακλείδι, η μετανάστευση στην Ελλάδα είναι ένα σύνθετο φαινόμενο με ισχυρές ιστορικές ρίζες.

Πολύ συχνά στα πλαίσια του πολιτικού λόγου παρουσιάζεται ως μία «κατάρα» που καλείται να υπομείνει η χώρα μας λόγω κάποιων «εγγενών» ιδιαιτεροτήτων της (γεωγραφική θέση, οικονομικές συνθήκες στις γείτονες χώρες, δυσκολία φύλαξης θαλάσσιων συνόρων κ.λπ.).

Η μετανάστευση αδιαμφισβήτητα δημιουργεί πιέσεις στην αγορά εργασίας μιας χώρας, αλλά αυτό δεν σχετίζεται σε καμία περίπτωση με την πρόκληση μιας χρηματοοικονομικής κρίσης τέτοιου μεγέθους.

Αντίθετα, έχει κυρίως θετικές επιπτώσεις.

Σε ορισμένες περιπτώσεις η οικονομική επιβίωση ολόκληρων τομέων παραγωγής ή και γεωγραφικών περιοχών της χώρας, εξαρτάται από τους μετανάστες και την απασχόλησή τους.

Τα θετικά που έχει να προσφέρει στην ελληνική οικονομία το μεταναστευτικό φαινόμενο δεν πρέπει να αποσιωπώνται, με στόχο τη δημιουργία «αποδιοπομπαίων τράγων».

Προς τούτο, πρέπει να τονίζονται και να λαμβάνονται υπ’ όψιν κατά τη χάραξη της μεταναστευτικής πολιτικής της χώρας.

Close