Αρθρογραφία

Η Μετέωρη Μεσαία Τάξη

Άρθρο του Παναγιώτη Βλάχου, Αναπληρωτή Εκπροσώπου Τύπου του Κινήματος Αλλαγής

Η βασική προεκλογική υπόσχεση της Νέας Δημοκρατίας αφορούσε την ανάκαμψη της μεσαίας τάξης. Λίγο τα ποιοτικά στοιχεία των δημοσκοπήσεων, λίγο η μεγάλη ήττα στις Ευρωεκλογές, αναγκάστηκε και ο ΣΥΡΙΖΑ προεκλογικά να ακολουθήσει τη συζήτηση για την οικονομία και τη μεσοαστική «κανονικότητα».

Το εκλογικό αποτέλεσμα επιβεβαίωσε ότι τα μεσαία και ανώτερα εισοδήματα, εξαντλημένα από τους φόρους και τις εισφορές, κατέληξαν στην αγκαλιά της Νέας Δημοκρατίας, που υποσχέθηκε καλύτερες μέρες, ασφάλεια και ανάπτυξη.

Τα πράγματα δεν είναι τόσο ρόδινα. Ο προϋπολογισμός του 2020 διατηρεί το στόχο του υπερπλεονάσματος, οι κοινωνικές δαπάνες παραμένουν στο κόκκινο, ενώ ο πυρήνας της μεσαίας τάξης, τα εισοδήματα δηλαδή από 15.000 έως 50.000, θα δουν συμβολικές έως ανύπαρκτες φορολογικές ελαφρύνσεις.

Αφήστε που πρέπει πλέον να συγκεντρώνουμε περίπου το 30% του εισοδήματός μας σε ηλεκτρονικές αποδείξεις. Περίπου ένα εκατομμύριο συνταξιούχοι βρίσκονται σε εκκρεμότητα, μετά την κατάρρευση του δρακόντειου νόμου Κατρούγκαλου, ενώ δεν έχει αποφασιστεί ο επιμερισμός των ασφαλιστικών εισφορών μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών. Εξαίρεση αποτελεί η μείωση του ΕΝΦΙΑ και οι εταιρικοί φόροι.

Αλλά όλοι γνωρίζουν ότι τα φορολογικά κίνητρα στην αγορά δεν φέρνουν άμεσα ξένες επενδύσεις. Το γνωρίζει και η Νέα Δημοκρατία, που επί Αλογοσκούφη-Παπαθανασίου χαμήλωσε τους συντελεστές, αλλά οδήγησε σε 31 δις ανείσπρακτα έσοδα το 2009 και ελάχιστες άμεσες ξένες επενδύσεις. Άρα τι μένει; Εξαγορά μεριδίων χρεωμένων επιχειρήσεων, το σχέδιο Ηρακλής για τα κόκκινα δάνεια, real estate, τουρισμός και ίσως, οικοδομή.

Την ίδια στιγμή που τα καμπανάκια από τις Βρυξέλλες για την ψηφιακή ανετοιμότητα των ελληνικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων, την απουσία πράσινων επενδύσεων και χαμηλή απορροφητικότητα για logistics δείχνουν ότι ο παραγωγικός μετασχηματισμός αργεί. Μαζί θα αργήσουν και οι καλές και σταθερές δουλειές, που έχει ανάγκη μια κοινωνία που της λείπει μισό εκατομμύριο προσοντούχοι και γερνάει ραγδαία.

Η συγκράτηση ή μικρή άνοδος των μισθών δεν ακολουθεί την αύξηση των καταναλωτικών αγαθών και των ενοικίων, που ακολουθούν τη στρέβλωση της βραχυχρόνιας μίσθωσης. Ακόμη και οι τράπεζες έριξαν το βάρος σε απαράδεκτες έμμεσες χρεώσεις για να βγάλουν τα σπασμένα από την ψηφιοποίηση και τα κόκκινα δάνεια – θέμα που ανέδειξε πρώτο το Κίνημα Αλλαγής και ακολούθησε η κυβέρνηση.

Λογικό θα πει κάποιος, αφού τα χαμηλά επιτόκια δεν μεταφράζονται σε εύκολο δανεισμό. Κοινώς δεν υπάρχει ζήτηση. Πώς όμως θα εκτιναχθεί το αναπτυξιακό ελατήριο αν δεν επενδύσουν και μεγαλώσουν οι μικρομεσαίοι; Μάλλον δεν αφορούν την κυβέρνηση.

Στο προσφυγικό/μεταναστευτικό, η κοινωνική συνοχή δοκιμάζεται από τις αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών. Η μετεγκατάσταση στην ενδοχώρα είναι μονόδρομος, όπως μονόδρομος είναι και η συνεννόηση με τους δήμους και τις Περιφέρειες, ώστε να επαρκούν δάσκαλοι, αίθουσες, αστυνομικοί, υποδομές, γιατροί για να φροντίζουν τις χιλιάδες των δυστυχισμένων που θα φιλοξενηθούν -εύχομαι- σε σπίτια και ξενοδοχεία.

Μαγικές λύσεις δεν υπάρχουν και αυτό πρέπει πρώτοι να το καταλάβουν βουλευτές και πολιτευτές της ΝΔ που ρίχνουν λάδι στη φωτιά και παίζουν με την άγνοια και τα στερεότυπα που υπάρχουν σε αρκετές τοπικές κοινωνίες.

Άλλωστε είναι πρώτα πράξη πατριωτικής αλληλεγγύης στους κατοίκους της Λέσβου, της Χίου, της Σάμου και της Κω να μεταφερθούν πρόσφυγες-μετανάστες στην ενδοχώρα. Αρκεί η κυβέρνηση να συνεννοηθεί με την τοπική αυτοδιοίκηση, κάτι που δεν συμβαίνει αποτελεσματικά μέχρι τώρα.

Τέλος, είναι και η ασφάλεια. Τη νύχτα ράβεται, τη μέρα ξηλώνεται, όπως φαίνεται από τις πολύπαθες «πιάτσες» του κέντρου της Αθήνας. Γιατί απλά δεν αρκεί η Αστυνομία, όσο καλά και αν θέλει να κάνει τη δουλειά της. Χρειάζεται επιχειρησιακό σχέδιο και κατανόηση ότι το έγκλημα θεριεύει εκεί που υπάρχει εγκατάλειψη, δυστυχία, φτώχεια, ρύπανση, σκοτάδι, υποβάθμιση.

Κοντολογίς, το αφήγημα περί μεσαίας τάξης «μπάζει» νερά. Δεν θα κριθεί μόνο από τις φοροελαφρύνσεις ή τις έκτακτες παροχές, αλλά από την ποιότητα των δημοσίων αγαθών, την ασφάλεια, τις μεταφορές, τα σχολεία, τα κέντρα υγείας, το ράφι στο σουπερμάρκετ.

Δεν θα κριθεί από την επένδυση στο Ελληνικό αλλά από το ξύπνημα των μικρομεσαίων, την αύξηση των δημοσίων επενδύσεων, την προστασία από την κλιματική κρίση. Και φυσικά, θα κριθεί και από τις δυνατότητες και τις ευκαιρίες αυτών που θέλουν να (ξανα)γίνουν μεσαία τάξη.

Close