ΕπικαιρότηταΠολιτική

21 Απριλίου 1967: Σαν σήμερα η πιο μαύρη σελίδα της νεότερης ιστορίας της πατρίδας μας (ΦΩΤΟ)

Η Χούντα των Συνταγματαρχών, ή Δικτατορία των Συνταγματαρχών, αναφέρεται στην περίοδο πολιτεύματος δικτατορίας στην Ελλάδα που ακολούθησε το πραξικόπημα των Συνταγματαρχών στις 21 Απριλίου 1967.

Η περίοδος αυτή κράτησε μέχρι τις 23 Ιουλίου 1974, δηλαδή για επτά χρόνια (οι οκτώ τελευταίοι μήνες της οποίας είναι γνωστοί και ως Χούντα του Ιωαννίδη) και για το λόγο αυτό η περίοδος αυτή αποκαλείται και με τον όρο “επταετία”.

 

 

Στη διάρκεια της επταετίας σχηματίστηκαν τέσσερις δικτατορικές κυβερνήσεις: Η Κυβέρνηση Κωνσταντίνου Κόλλια 1967, η Κυβέρνηση Γεωργίου Παπαδόπουλου 1967, η Κυβέρνηση Σπύρου Μαρκεζίνη 1973 και η Κυβέρνηση Αδαμαντίου Ανδρουτσόπουλου 1973.

Με τραγικό επίλογο της προδοσίας της Κύπρου το 1974, που μέχρι σήμερα παραμένει κατεχόμενη, ενώ όποιος επισκέπτεται το μαρτυρικό νησί, διακρίνει στον Πενταδάχτυλο να κυματίζει η ημισέληνος…

Στις 24 Ιουλίου 1974, αδυνατώντας να χειριστεί τα εξ υπαιτιότητάς της γεγονότα της Κύπρου, που αφορούν κυρίως στην άκρως προδοτική (και επομένως ανθελληνική) στάση που τήρησε εναντίον των συμφερόντων του Ελληνισμού, προσκάλεσε τους πολιτικούς και παρέδωσε σε Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας.

Δικαίως, η ημερομηνία πτώσης της Χούντας, έχει καθιερωθεί ως ημέρα επίσημου εορτασμού της Δημοκρατίας των Ελλήνων.

 

 

Οι πολιτικές εξελίξεις που οδήγησαν στο πραξικόπημα

Με την απελευθέρωση της Ελλάδας από τους Γερμανούς, άρχισε εμφύλιος πόλεμος (1945-1949) μεταξύ των κομμουνιστικών δυνάμεων ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και του εθνικού στρατού, που είχε την άμεση υποστήριξη των Αγγλων και Αμερικανών.

Με την παράδοση των όπλων απο πλευράς των κομμουνιστών, άρχισε να συντηρείται από τις ελληνικές κυβερνήσεις κλίμα τρομοκρατίας και κατάσταση έκτακτης ανάγκης για τυχόν κομμουνιστική επανάσταση.

Επιπροσθέτως, έως και το 1961, με ευθύνη και πρωτοβουλία της κυβέρνησης Καραμανλή, δημιουργήθηκε μηχανισμός ελέγχου του Τύπου και της πληροφόρησης, με σκοπό τη στήριξη ενός ουσιαστικά αυταρχικού καθεστώτος.

 

Ο μηχανισμός αυτός αποτελούνταν από στρατιωτικούς και Ελληνες και ξένους δημοσιογράφους, οι μισθοί των οποίων καλύπτονταν από μυστικά κονδύλια της Γενικής Διεύθυνσης Τύπου και Πληροφοριών (ΓΔΤΠ) και της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΚΥΠ).

Οι αξιωματικοί που αποτελούσαν αυτόν τον μηχανισμό, αξιοποίησαν αργότερα την εμπειρία τους επιβάλλοντας τη δικτατορία.

Μέσα στον στρατό υπήρχε παράνομη οργάνωση αξιωματικών, με την επωνυμία ΙΔΕΑ, που είχε πρόγραμμα πραξικοπήματος.

Μέσα στον ΙΔΕΑ, δρούσε ο αξιωματικός Γεώργιος Παπαδόπουλος, ως υφιστάμενος του στρατηγού Νάτσινα.

Οι μηχανισμοί αυτοί, ενεργοποιήθηκαν, ή μάλλον πήραν την εντολή να ενεργοποιηθούν, από τον Τζον Μόρι, πράκτορα της CIA στην Αθήνα, κατ αρχήν για την ανατροπή της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου, στη συνέχεια όμως με κύριο στόχο την επιβολή πραξικοπηματικής κυβέρνησης, αποτελούμενης μόνο από στρατιωτικούς.

 

Τον Ιούλιο του 1965 σημειώθηκε σοβαρό ρήγμα στις τάξεις του κυβερνώντος κόμματος Ενωση Κέντρου, γνωστό στη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας με τον όρο “Αποστασία του 1965” ή “Ιουλιανά”.

Αφορμή υπήρξε η απόφαση του Γεωργίου Παπανδρέου να αντικαταστήσει τον Πέτρο Γαρουφαλιά από το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης και η άρνηση του τότε Βασιλιά Κωνσταντίνου Β’ να υπογράψει το σχετικό Διάταγμα,  εάν ο διάδοχος του Γαρουφαλιά δεν απολάμβανε της απόλυτης εμπιστοσύνης του.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου υποχρεώθηκε από τον Κωνσταντίνο να παραιτηθεί στις 15 Ιουλίου 1965.

Από εκείνη την ημέρα και μέχρι τα τέλη Δεκεμβρίου του 1966, ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος προσπάθησε να σχηματίσει κυβερνήσεις.

Κατά διαστήματα συμμετείχν 48 βουλευτές της παράταξης Ενωση Κέντρου (αποστατών) που εγκατέλειψαν τον Γεώργιο Παπανδρέου.

Ο όρος “Αποστασία” προήλθε από τον χαρακτηρισμό αποστάτες που αποδόθηκε στους βουλευτές της Ενωσης Κέντρου, που υπό την προτροπή του επίσης βουλευτή της Ενωσης Κέντρου Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, πήραν μέρος ή έδωσαν ψήφο εμπιστοσύνης στις κυβερνήσεις αυτής της περιόδου.

 

Ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος αρχικά διόρισε πρωθυπουργό τον Γεώργιο Αθανασιάδη – Νόβα, με υπουργούς αποστάτες βουλευτές της Ενωσης Κέντρου.

Η νέα κυβέρνηση όμως δεν είχε πλειοψηφία στην Βουλή, οπότε σχηματίστηκε άλλη κυβέρνηση υπό τον Ηλία Τσιριμώκο.

Ολη η περίοδος που ακολούθησε την αποπομπή της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου, χαρακτηρίζεται γενικότερα ως περίοδος πολιτικής ανωμαλίας.

 

Η σύγκρουση είχε και οικονομικά αίτια: Οταν η Ενωση Κέντρου ανήλθε στην εξουσία, ο Γεώργιος Παπανδρέου είχε επιβάλει στον εκατομμυριούχο μεγαλοεπενδυτή Τομ Πάπας την επαναδιαπραγμάτευση των συμβάσεων για τα διυλιστήρια της ESSO (της σημερινής ΕΚΟ).

“Ο Πάπας αντέδρασε και πίεζε την ελληνική κυβέρνηση, μέσω των διασυνδέσεων που είχε με την κυβέρνηση των ΗΠΑ, να σταματήσει τις “σοσιαλιστικές μεταρρυθμίσεις”…

Τελικά το φθινόπωρο του 1964, η κυβέρνηση της Ενωσης Κέντρου υποχρέωσε τον Τομ Πάπας να υπογράψει νέα σύμβαση με την ESSO PAPAS, καταργώντας τα περισσότερα από τα μονοπώλια που είχε».

Η CIA, η πολυεθνική Esso και το αφεντικό της δεν υποχώρησαν, αλλά υπονόμευαν την κυβέρνηση Παπανδρέου, ενώ «… τη σχέση του με τη CIA παραδέχθηκε ο ίδιος ο Πάπας, σε συνέντευξη που έδωσε στον Φρέντυ Γερμανό».

 

Στο βιβλίο που έγραψε ο Μακάριος Δρουσιώτης, 1974 “Το άγνωστο παρασκήνιο της τουρκικής εισβολής” Αλφάδι, Λευκωσία, 2002, σσ. 1418 αναφέρει:

«… ο Τομ Πάπας ήταν αυτός που συνέδραμε οικονομικά για την εξαγορά των βουλευτών που είχαν αποστατήσει από την Ένωση Κέντρου. Ο Λευτέρης Βόδενας συνεργάτης του τότε εκδότη των εφημερίδων “Μακεδονία” και “Θεσσαλονίκη” ο οποίος είχε ενεργό συμμετοχή στην ανατροπή του Παπανδρέου, αφηγείται στο βιβλίο του Χρίστου Χριστοδούλου “Ο εκδότης Ιωάννης Βελλίδης”: “… μία μέρα ανέβηκα στον 7ο όροφο της οδού Φιλελλήνων 1 και πήρα κάτι δέματα…. Τα πήρα από τα γραφεία της ESSΟ Πάπας που ήταν εκεί και τα κατέβασα στα γραφεία της “Μακεδονίας” που ήταν στο δεύτερο όροφο. Από κει πέρασαν κάποιοι βουλευτές και τα πήραν».

 

 

Οι πρώτες προσφυγές και το ψήφισμα 346

Παρά τα εμφανή μετεμφυλιακά της ελλείμματα, η ανατροπή της ελληνικής δημοκρατίας το 1967, και μάλιστα λίγο πριν από τη διεξαγωγή εκλογών, καθώς και η επιβολή της στυγνής στρατιωτικής δικτατορίας εξόργισαν τη διεθνή κοινή γνώμη, ενώ αποτέλεσαν μια άμεση πρόκληση προς το Συμβούλιο της Ευρώπης.

Αρθρογραφώντας στην εφημερίδα “Καθημερινή”, η Fellow LSE IDEAS στο London School of Economics Εφη Πενταλιού, ανέφερε σημαντικά γεγονότα, σημειπωνοντας μεταξύ άλλων ότι το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου πραγματοποιήθηκε σε μια εποχή φιλελευθεροποίησης, κοινωνικής και πολιτικής μεταρρύθμισης.

Ηταν επίσης η εποχή της ανόδου της μαζικής κουλτούρας και του τουρισμού, καθώς και ενός αναδυόμενου κινήματος διαμαρτυρίας στη Δύση, το οποίο αποκτούσε διεθνικά χαρακτηριστικά, χάρη και στη διευκόλυνση της ελεύθερης μετακίνησης την οποία είχε θεσμοθετήσει το Συμβούλιο της Ευρώπης από το 1962.

Σε αυτό το κλίμα, τα κράτη της Δυτικής Ευρώπης δέχθηκαν πιέσεις από τους πολίτες τους να απομονώσουν τη χούντα και να υπερασπιστούν την έννοια του κράτους δικαίου.

Οι πιέσεις αυτές ήρθαν σε σύγκρουση με τις επιταγές του Ψυχρού Πολέμου που έσπρωχναν τις δυτικές κυβερνήσεις να αποδεχθούν την ελληνική χούντα.

 

Στις 25 Απριλίου 1967, ο Αυστριακός σοσιαλιστής βουλευτής Καρλ Τσέρνετς, έγινε ο πρώτος κοινοβουλευτικός που έφερε το ελληνικό ζήτημα στη Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Ανέφερε χαραακτηριστικά: «Ενα από τα μέλη μας έχει παραβιάσει τις θεμελιώδεις αρχές της κοινότητάς μας […] Ως κοινοβουλευτική συνέλευση, είμαστε υποχρεωμένοι να λάβουμε θέση».

Στις 26 Απριλίου, η Συνέλευση απαίτησε την ταχεία επαναφορά της Δημοκρατίας (Directive 256).

 

30 Ιανουαρίου 1969. Η Συμβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης με ψήφους 92 έναντι 11 και 20 αποχές καταδικάζει τη Χούντα και εισηγείται στην Επιτροπή των υπουργών την εκδίωξη της Ελλάδας από το Συμβούλιο.

 

Αρχικά, το Συμβούλιο της Ευρώπης δεν ήθελε να αποξενώσει την Ελλάδα, αν και δεν ήταν διατεθειμένο να ανεχθεί την κατάσταση.

Στις 23 Ιουνίου 1967, η Συνέλευση υιοθέτησε το ψήφισμα 346, που άνοιγε τον δρόμο για την παραπομπή της «ελληνικής υπόθεσης» στην Επιτροπή.

Στις 20 Σεπτεμβρίου 1967, οι κυβερνήσεις της Δανίας, Νορβηγίας και Σουηδίας υπέβαλαν προσφυγές εναντίον της Ελλάδας, κατηγορώντας την Αθήνα για παραβίαση πολλών άρθρων της ΕΣΔΑ.

Η Ολλανδία ακολούθησε το παράδειγμά τους μία εβδομάδα αργότερα.

Η χούντα απάντησε ότι η Επιτροπή δεν είχε δικαίωμα να εξετάσει την υπόθεση ή να υποδείξει τα μέσα τα οποία θα μετερχόταν μια «επαναστατική» κυβέρνηση.

 

Κατά τη διάρκεια του 1968, έγινε εμφανές ότι η χούντα ήταν υπεύθυνη για απάνθρωπα βασανιστήρια.

Σειρά εκθέσεων του ειδικού εισηγητή του Συμβουλίου της Ευρώπης Μαξ Βαν ντερ Στουλ, αλλά και της Διεθνούς Αμνηστίας, προσέφερε σαφείς αποδείξεις ότι το καθεστώς δεν σεβόταν τα ανθρώπινα δικαιώματα και ότι η Ασφάλεια και η Στρατιωτική Αστυνομία είχαν τελέσει βασανιστήρια.

Στις 31 Ιανουαρίου 1968, η Συνέλευση αποφάσισε, με 66 ψήφους έναντι μιας και τριών αποχών, ότι εάν δεν αποκαθίστατο η Δημοκρατία στην Ελλάδα έως την άνοιξη του 1969, η χώρα θα αποπεμπόταν από το Συμβούλιο της Ευρώπης.

Ο Βαν ντερ Στουλ φρόντισε να διαψεύσει το χουντικό επιχείρημα ότι η ελληνική δικτατορία αποσκοπούσε να αποτρέψει ένα κομμουνιστικό πραξικόπημα.

Η χούντα κήρυξε τον ίδιο και τους συνεργάτες του ως ανεπιθύμητα πρόσωπα.

Ο εκ των τριών αρχιπραξικοπηματιών Στυλιανός Παττακός, έκανε την περιβόητη δήλωσή του ότι το Συμβούλιο της Ευρώπης δεν ενοχλούσε την Ελλάδα περισσότερο από ένα κουνούπι που κάθεται στα κέρατα ενός βοδιού: «Κώνωπας εις κέρατον βοός».

 

Το Συμβούλιο της Ευρώπης δεν μπορούσε να αποδυναμώσει τη χούντα στο εσωτερικό της χώρας. Αλλά της αφαίρεσε κάθε διεθνή νομιμότητα και επιβεβαίωσε τη διεθνή της απομόνωση.

Οι ενέργειές του στην ελληνική υπόθεση οδήγησαν σε πιο ξεκάθαρους ορισμούς, διεθνώς, για το τι συνιστά βασανιστήριο και πώς τεκμηριώνεται, ενώ ενίσχυσαν τις διαδικασίες της ΕΣΔΑ και συνέβαλαν στην υπογραφή, λίγο αργότερα, της συνθήκης εναντίον των βασανιστηρίων.

Ωστόσο, η «ελληνική υπόθεση» άνοιξε νέους δρόμους στο διεθνές πολιτικό στερέωμα.

Αμβλυνε την παλαιά αρχή της μη ανάμειξης στις εσωτερικές υποθέσεις ενός κράτους, ενώ προκάλεσε μια συζήτηση που υπερέβαινε τις επιμέρους εθνικές πολιτικές και έφερνε στο προσκήνιο την τήρηση της νομιμότητας ως στοιχείου της ταυτότητας της Δύσης και ως ευθύνης της διεθνούς Κοινότητας.

Προτεινόμενα

Περισσότερα σε:Επικαιρότητα